Ψυχές και Σώματα

 

“Βάδιζε μόνη σε ερήμους καυτές με χείλια ξερά, με μάτια κόκκινα. Έσερνε το βήμα  στην άμμο και τις νύχτες ξαπόσταινε κρυφά πίσω από βράχους. Τριγύριζε τις μέρες αγκαλιάζοντας τους κάκτους και τρυγούσε τον πόνο σταγόνα- σταγόνα.

Κι ένα δείλι που ο ήλιος είχε ξαπλώσει στην γη με τις ακτίνες απλωμένες σαν μαντήλι μεταξένιο, είδε μια σκιά στο πλάι της. Μα δεν τρόμαξε και περιγέλασε τον επισκέπτη της.

Και το νύχτωμα που το φεγγάρι χόρευε το βαλς του ουρανού  και τα άστρα στριφογύριζαν σαν τις αναμνήσεις στο θολωμένο μυαλό, ένιωσε ένα χάδι στο λαιμό, ένα ρίγος, μα δεν τρόμαξε και περιγέλασε τον επισκέπτη της.

Και το ξημέρωμα που η αυγή χρωμάτιζε το αύριο σαν επίδοξος ζωγράφος , άκουσε μια φωνή και τότε τρόμαξε εκείνη και θέλησε να φύγει, να κρυφτεί.

-«Έλα να σε λούσω με τα δάκρυα μου. Να δροσιστείς απ’ την καυτή τη μοναξιά.»
- « Παίρνει τα λόγια σου ο άνεμος.. Άδικα μην προσπαθείς. Φύγε όποιος και να’ σαι.
Φύγε όσο είναι νωρίς.»

Κι εκείνος λυπημένος έκλαψε, έκλαψε πολύ και πλημμύρισε η έρημος κι έγινε καταπράσινη κοιλάδα μ’ άνθη πολλά και όμορφα.

Και τραγούδησε εκείνη άσπλαχνα τραγούδια αφήνοντας τον έξω από τον στίχο της. Μεγάλος έγινε ο πόνος του γιατί εκείνος την είχε λυτρώσει απ’ την καυτή έρημο, δίχως αντάλλαγμα, κι εκείνη δεν είχε μάθει ν΄ αγαπά και τον φυλάκισε με το τραγούδι της.

Σαν μικρό φυλαχτό όμως τον είχε. Κλεισμένο στο μουσικό κουτί της που το άνοιγε μόνο τις νύχτες να μαγεύει τα ξωτικά που κρυμμένα πίσω απ’ τις γρίλιες την κρυφοκοίταζαν.

Κι έγινε ο πόθος του για’ κείνη θρόισμα στα χαλάσματα του πρότερου έρωτα της. Μα ήταν η λύπη της ακόμη σκόνη στα απομεινάρια του.

Οι άνεμοι σάρωναν την κοιλάδα σαν το πέρασμα του χρόνου και βούιζε στα αυτιά της το παράπονο του. «Άσε με να σε λούσω με τα δάκρυα μου!» κι εκείνη να φωνάζει, να ουρλιάζει τις νύχτες «Φύγε, φύγε όσο είναι καιρός!» .

Και κύλαγαν οι μέρες και ο θυμός τους μεγάλωνε, θέριευε! Μεγάλωνε σαν την σκιά των βράχων που έπεφτε κάθε απόγευμα στις πεδιάδες και σκέπαζε τα όνειρα ευλαβικά. Γκρίζο σεντόνι πάνω απ’ τις ευχές.

Κι όταν είχαν γυρίσει πλέον όλες οι σελίδες του βιβλίου της και ήταν καιρός να βάλει την υπογραφή της η τελευταία κόρη της μοίρας, τα πάντα σκεπάστηκαν από λευκό, ολόλευκο χιόνι. Και με τα μάτια κόκκινα, γεμάτα θλίψη του είπε «Θα μου λείψεις» .Και γύρισε την πλάτη στον ήλιο προχωρώντας και πάλι προς το άγνωστο, σίγουρη όμως ότι θα βρει μια νέα έρημο. Και’ κείνος σαν σκιά, σαν χάδι, σαν φωνή χάθηκε στο κενό, σίγουρος ότι θα την ξαναβρεί και πάλι στον δρόμο του.

Κι εκεί έξω ξημέρωνε μια καινούρια ημέρα…”
“Τ’ανείπωτα”

 

Μία Απάντηση προς “Ψυχές και Σώματα”

  1. Έτσι γίνεται, με τους αληθινούς έρωτες…

Υποβολή απάντησης