
“Μέσα από ένα εφιάλτη ποτισμένο με δάκρυα και αναφιλητά, δέχτηκα να χάσω τα όνειρα μου. Κι ήταν αυτά σταγόνες από νέκταρ που κυλούσαν αργά στις πληγές μου και τις γλύκαιναν.
Και κάθε βράδυ η ίδια ιστορία : ο μικρός γίγαντας να κλέβει την φωτιά του τεράστιου νάνου και να την τοποθετεί στο βάζο με τα κρυστάλλινα λουλούδια.
Είναι η ανάσα μου βαριά , η καρδιά μου ασήκωτη, αφού ακόμη κρατά αγκαλιά την δική σου ψυχή που τραβά πίσω αλυσίδες.. τους πόνους που προκάλεσε.
Όμως απόψε, συμφώνησα να ξεχάσω τα όνειρα μου. Περνώ απ’ την πύλη του θανάτου, της ζωής και σε βρίσκω. Αγέρωχο βλέμμα τσακίζει κάθε ανυποψίαστη ματιά που πέφτει να ζεστάνει το παγωμένο σου χαμόγελο.
Ήσουν, θυμάμαι, και τότε εκεί, όπως τώρα. Βασιλιάς του αδάμαστου και εγώ κατακτήτρια του κενού, το τέλειο ζευγάρι.
Ξέρω τώρα, πως δεν το’ θελε η μοίρα μας. Μωρό ακόμη ήτανε και έκανε τις πρώτες φάρσες της, Και’ μείς θύματα ενός αλλόκοτου αστείου.. Τότε γελούσαμε. Τώρα δεν έχουμε κουράγιο ούτε καν να κλάψουμε.
Θα ανοίξω τα φτερά και θα πετάξω στον αιθέρα : πεταλούδα που προτιμά να’ ναι κάμπια. Θα κουρνιάσεις σε μια γωνία : γεράκι που νιώθει περιστέρι.
Αναπολούμε και πάλι τις στιγμές που μας έβρισκαν μαζί και θυμόμαστε τον χρόνο που’ χε κρυφτεί στην απέναντι γωνία και μόλις τον φτάσαμε.. άρχισε να τρέχει. Δεν τον πρόλαβες. Δεν ήθελα να τον προλάβω.
Θα του παίξουμε κι εμείς το ίδιο παιχνίδι τώρα. Κρυμμένοι στη γωνία θα περιμένουμε. Το έχει καταλάβει και θα μας προσπεράσει όσο πιο γρήγορα μπορεί.
Όμως εμείς , θα βαδίζουμε ήδη προς την αντίθετη κατεύθυνση! Και αφού ανακηρύξουμε τους εαυτούς μας νικητές, θα γίνουμε αυτό που πάντα θέλαμε : Ένας ήλιος που βυθίζεται κάθε ηλιοβασίλεμα στο πέλαγος και ένα φεγγάρι που χάνεται κάθε αυγή στο άγνωστο.”
“Τ΄ανείπωτα”