
“Υποκρίνομαι κάθε φορά. Κάνω πως δεν καταλαβαίνω. Πως δεν νιώθω. Γυρίζω το βλέμμα άλλου και σιγοτραγουδώ. Υποκρίνομαι πως δεν ξέρω που θα πας, ποια χείλη θα φιλήσεις μετά τα δικά μου.
Ανοίγω το παράθυρο και κοιτάζω έξω. Η νύχτα είναι υπέροχη. Τόση ομορφιά δεν την αντέχει η καρδιά μου. Η ομορφιά που δεν μοιράζεται είναι πόνος. Μοναξιά.
Κρατάς το τιμόνι σταθερά και δείχνεις σκεφτικός. Το μυαλό σου τρέχει πάλι εκεί. Το ξέρω κι ωστόσο υποκρίνομαι. Οι σιωπηλές σου σκέψεις ήταν πάντα δυνατές φωνές στο μυαλό μου. Σε ακούω. Σε διαβάζω. Όπως πάντα. Απ’ την πρώτη στιγμή. Θυμάσαι? Όχι δεν θυμάσαι. Σκέφτεσαι άλλα τώρα. Άλλα μάτια σε ελέγχουν, άλλα χείλη σε καλούν. Δεν με κοιτάς κατάματα. Φοβάσαι να μην δω την προδοσία στο βλέμμα σου. Τι σημασία έχει? Πάλι θα υποκριθώ. Περιμένω.
Περιμένω τη στιγμή που θα ραγίσεις το γυαλί. Που θα πεις ότι δεν αντέχεις άλλο. Εκείνη τη στιγμή που θυμωμένος θα πεις ότι έχεις κουραστεί. Το έχω ξαναζήσει αυτό. Ξέρω πως πάει το παραμύθι. Όχι, μη γελιέσαι. Δεν παίρνω τον ρόλο του θύματος. Ποιος ο λόγος όμως να κάνω οτιδήποτε τώρα? Δεν θα μ’ άκουγες τώρα.
Είσαι μεθυσμένος από την ανάσα της. Από τα φιλιά της. Ένας μέθυσος που τρεκλίζει στα σκαλοπάτια της σχέσης μας. Τι να σου πω? Ότι είναι λάθος?
Εγώ είμαι εκείνη που σου’λεγα ότι τα απωθημένα μας πρέπει να τα λύνουμε. Να τα ζούμε όπως μας επιτρέπουν οι συνθήκες της ζωής μας για να καταφέρουμε να απελευθερωθούμε από αυτά. Εγώ στα’ λεγα. Πώς να τα πάρω πίσω τώρα? Ακόμη το πιστεύω. Εσύ όμως έχασες τελείως την ρότα σου. Έπαιξες και έχασες. Ερωτεύτηκες.
Και ο έρωτας είναι μελωμένο αγκίστρι. Το τραβάς και σου ξεσχίζει το δέρμα. Δεν θα βγει εύκολα το ξέρω. Περιμένω.
Θα’ ρθει σύντομα η στιγμή που δεν θα αντέχεις άλλο. Που θα έχεις ανάγκη να ζεις την κάθε στιγμή της. Πλάι της. Να ανασαίνεις την ανάσα της. Να καίει το σώμα σου δίπλα στο δικό της. Σε ζηλεύω. Όχι για όσα δεν νιώθεις για μένα. Σε ζηλεύω για όσα είσαι ικανός να νιώθεις για εκείνη. Εγώ δεν έχω πια την ικανότητα να ερωτεύομαι, να παθιάζομαι, να αφήνομαι σαν φύλλο στην νοτιά των αισθημάτων. Δεν νιώθω πια. Δεν έχω αισθήματα μέσα μου. Είμαι ένα άψυχο κουφάρι που έχει μάθει να χαμογελά. Να υποκρίνεται. Χαμογελώ και στον ύπνο μου, μην τύχει και περάσει κανείς στα όνειρα μου και δει την πίκρα μου. Έχω μια γεύση στο στόμα πικρή. Σαν φάρμακο. Που έσταξε αργά και έγινε φαρμάκι. Μα ακόμη δεν με σκότωσε. Ζω νεκρή. Υποκρίνομαι και περιμένω. Να μ’αφήσεις. Να φύγεις. Δεν έχω την δύναμη να ανοίξω την πόρτα και να φύγω πρώτη εγώ.
Κανείς δεν μ’ έμαθε να σκουπίζω τα δάκρυα, να σηκώνομαι πάλι όρθια και να φεύγω.
Πάντα περίμενα εκεί. Σκυφτή. Και σαν παιδί ακόμη. Αφηνόμουν. Περίμενα μια αγκαλιά να με σηκώσει. Να μου χαϊδέψει τα μαλλιά και να μου πει «εδώ είμαι εγώ για σένα. Μην κλαις.» Μια φορά το έκανες. Και κεινη την φορά αποφάσισα να ζήσω για πάντα μαζί σου. Να ζήσω. Τώρα?
Κοιτάζω έξω από το παράθυρο. Το φεγγάρι λιώνει αργά στη θάλασσα. Δεν το κοιτάς. Είσαι αλλού. Είναι υπέροχη νύχτα. Και με πονά η ομορφιά της. Πριν ξημερώσει θα’ χεις φύγει.”
“Τ’ανείπωτα”